Select language: English | Greek
Konstantinoupoli, Κωνσταντινούπολη
Bansko

Ιστορική Αναδρομή

Οι δημόσιες οδικές συγκοινωνίες στην Ελλάδα, λόγω της γεωφυσικής της κατάστασης απέτρεψε την δημιουργία ενός ολοκληρωμένου σιδηροδρομικού δικτύου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι χερσαίες μεταφορές να γίνονται μέσω ιδιωτικών λεωφορείων, η χρήση των οποίων δεν σταμάτησε ούτε κατά την διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου, όπου γίνονταν η μεταφορά του στρατιωτικού δυναμικού και ανεφοδιασμού των εμπόλεμων ζωνών.

1896: Το πρώτο Υπεραστικό Λεωφορείο κυκλοφορεί στην Ελλάδα και είναι 14 θέσεων, Γαλλικής κατασκευής. Θεωρήθηκε μεγαθήριο για την εποχή του, αφού όσα αυτοκίνητα κυκλοφορούσαν δεν ξεπερνούσαν τις 5-7 θέσεις. Κατά την περίοδο αυτή για την εκμετάλλευση του λεωφορείου ως μεταφορικό μέσο χρειαζόταν μία απλή άδεια της αστυνομικής αρχής. Κάθε λεωφορείο αποτελούσε ανεξάρτητη ιδιωτική επιχείρηση και ο ιδιοκτήτης σύμφωνα με την κρίση του μπορούσε να το χρησιμοποιήσει σε οποιαδήποτε περιοχή και γραμμή. Το κόμιστρο διαμορφωνόταν ελεύθερα ανάλογα με την επιβατική κίνηση ή τον τυχόν ανταγωνισμό.

1920-25: Εμφανίζονται οι πρώτες διατάξεις που καθορίζουν την κυκλοφορία ή την κίνηση των λεωφορείων. Τέτοιες διατάξεις ήταν ο ΝΔ. 24812 Σεπτεμβρίου 1922, και το ΠΔ. 715 Οκτώβριος 1925.

1937-1940: Δημιουργούνται οι κοινές Διευθύνσεις Αστικών και Υπεραστικών Λεωφορείων που αποτέλεσαν το πρώτο ουσιαστικό βήμα οργάνωσης των επιβατικών συγκοινωνιών. Η πορεία αυτή ανακόπηκε με τον Β Παγκόσμιο πόλεμο. Κατά το έτος 1939 το σύνολο των Υπεραστικών Λεωφορείων της χώρας ήταν 1635 λεωφορεία με 27.767 θέσεις επιβατών.
Μετά την λήξη του Πολέμου άρχισε και πάλι η ανασυγκρότηση των λεωφορειακών συγκοινωνιών που παρουσίασαν αλματώδη άνοδο, λόγω του ότι ο σιδηρόδρομος είχε καταστραφεί και εξυπηρετούσε λίγες περιοχές της χώρας, αεροπορία δεν υπήρχε και ουσιαστικά το αυτοκίνητο ήταν το μοναδικό χερσαίο μέσο μεταφοράς.

1952: Με τον Νόμο 2119 συστάθηκαν τα Κοινά Ταμεία Εισπράξεων Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Λ.) ένα για κάθε Νομό και για κάθε νησί. Δημιουργήθηκαν έτσι 104 κοινά Ταμεία, 59 Υπεραστικά και 45 Αστικά.
Τα Υπεραστικά Κ.Τ.Ε.Λ. είχαν στόλο 3.311 λεωφορεία με 79.464 θέσεις επιβατών.

1968: Με απόφαση του Υπουργού Συγκοινωνιών ανατράπηκε αυτή η οργάνωση με την συγχώνευση όλων των Κ.Τ.Ε.Λ. σε 8 τεράστιους οργανισμούς περιφερειακής δομής, γνωστά και ως Κ.Τ.Ε.Υ.Λ .

1973: Στην συνέχεια εκδίδεται ο ΝΔ. 102/1973 "περί οργανώσεως των διά λεωφορείων, αυτοκινήτων εκτελουμένων δημοσίων επιβατικών συγκοινωνιών" και επανέρχεται έτσι το προηγούμενο καθεστώς.

1984: Με βάση τον Νόμο 1437/84 αρχίζει μία διαδικασία διαχωρισμού των αστικών από τα υπεραστικά Κ.Τ.Ε.Λ. με βάση το άρθρο 24.

2001: Ψηφίζεται ο νέος Νόμος 2963/2001 ο οποίος συμπληρώνει και τροποποιεί τον Ν.102, δημιουργώντας καλύτερες προοπτικές για την λειτουργία των Κ.Τ.Ε.Λ.

2003: Βάση του νόμου 2963/2001 τα Κ.Τ.Ε.Λ. μετατρέπονται σε ανώνυμες εταιρείες.

Σήμερα υπάρχουν 59 Κ.Τ.Ε.Λ. με στόλο 3.953 λεωφορεία τα οποία διενεργούν το 80% των επιβατικών μεταφορών. Τα δρομολόγια των Υπεραστικών Κ.Τ.Ε.Λ. ρυθμίζονται κατόπιν αποφάσεως της νομαρχιακής αυτοδιοικήσεως. Αποτέλεσμα αυτής της διοικητικής ρυθμίσεως των δρομολογίων είναι ότι πολλές φορές τα Κ.Τ.Ε.Λ. εκτελούν δρομολόγια για ελάχιστους επιβάτες κάτω από πολύ αντίξοες συνθήκες και χωρίς κανένα κέρδος. Το κοινωνικό έργο των Κ.Τ.Ε.Λ. δεν σταμάτησε, συνεχίζουν να ανεφοδιάζουν μέχρι και σήμερα, με φάρμακα και προμήθειες τις απομακρυσμένες παραμεθόριες περιοχές βοηθώντας έτσι στην συνεχή επικοινωνία αυτών των περιοχών με τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα στους κατά τόπους νομούς. Τα λεωφορεία των Κ.Τ.Ε.Λ. εξυπηρετούν και μεταφέρουν δωρεάν 140.000 μαθητές, πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, σε άλλες περιοχές από τον τόπο κατοικίας τους για την παρακολούθηση των διδακτικών μαθημάτων. Μέσα στο κοινωνικό έργο των Κ.Τ.Ε.Λ. εντάσσεται και η μεταφορά 90.000 ατόμων με ειδικές ανάγκες. Τα Κ.Τ.Ε.Λ. μετά από παρουσία ενός αιώνα μετεξελίχθηκαν σε έναν από τους σημαντικότερους φορείς στον τομέα των μεταφορών. Συνεχίζουν να ορίζουν υψηλούς στόχους για εκσυγχρονισμό τόσο τεχνολογικά, όσο και στην αναβάθμιση της ποιότητας των υπηρεσιών τους.